αναπάντητος

[анапацдитос] εκ. оставшийся без ответа

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αναπάντητος" в других словарях:

  • ἀναπάντητος — where one meets no one masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αναπάντητος — η, ο (Α ἀναπάντητος, ον) [ἀπαντώ] νεοελλ. 1. αυτός που δεν πήρε απάντηση, που έμεινε χωρίς απάντηση 2. αυτός που δεν έδωσε ή δεν μπορεί να δώσει απάντηση, που αποστομώθηκε 3. αυτός, τον οποίο δεν συνάντησε ή δεν επιθυμεί κανείς να συναντήσει αρχ …   Dictionary of Greek

  • αναπάντητος — η, ο 1. αυτός που δεν πήρε απάντηση: Το έγγραφό μας αυτό έχει μείνει αναπάντητο. 2. αυτός που δεν έδωσε απάντηση: Της τα έψαλα για καλά, αλλά εκείνη έμεινε αναπάντητη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • άλυτος — η, ον (AM ἄλυτος, ον) 1. γεν. αυτός που δεν λύθηκε ή δεν μπορεί να λυθεί 2. άρρηκτος, αδιάσπαστος, στέρεος 3. συνεχής, αδιάκοπος, ακατάλυτος και (στα μσν.) αιώνιος 4. ο μη χαλαρωμένος, ο αχαλάρωτος νεοελλ. αρχ. αυτός τού οποίου δεν βρέθηκε η λύση …   Dictionary of Greek

  • αναπόκριτος — η, ο (Α ἀναπόκριτος, ον) 1. αυτός που δεν πήρε απάντηση, ο αναπάντητος 2. αυτός που δεν απάντησε …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.